"Εγκάρσια ρήματα" - μια αναδρομή στο ποιητικό έργο του Κώστα Ευαγγελάτου
Κώστας Ευαγγελάτος
Εγκάρσια Ρήματα
Αθήνα, εκδόσεις «Άνω Τελεία», 2021, σελ. 109.
Είκοσι σχεδόν χρόνια πριν, το 2002, ο Κώστας Ευαγγελάτος δημοσίευσε, στις εκδόσεις «Απόπειρα» την «Αλέα Προσομοίων», μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιητικών του συλλογών που είχαν δημοσιευτεί ως τότε: Από την πρώτη συλλογή της νιότης «Κραυγάζω, Ψάχνω, Καρτερώ» (1975, ήταν μόλις 18 ετών τότε), μέχρι και τη «Ροπή της Μνήμης» του 1999, καθώς και κάποια ποιήματα που γράφτηκαν μέχρι την έκδοση της Αλέας.
Από το 2002 μέχρι σήμερα, ο Ευαγγελάτος δημοσίευσε ακόμη πέντε ποιητικές συλλογές στα ελληνικά: Δύο με τις εκδόσεις «Απόπειρα»: Την «Ελεγεία των Εκβατάνων» το 2006, την «Εγκάρσια Πτήση» το 2011, δύο με τις εκδόσεις «Συλλογές»: τον «Πολύσμιγο Αίνο» το 2014, και το «Σφουμάτο και Ξίφος» το 2016, και μία ακόμα από τις εκδόσεις «Άπαρσις» («Ερμητικές Λαμπίδες», 2017), αλλά και μία αγγλική έκδοση (“In the small mirror”, 2003), και δύο γαλλικές (“Chemins Encevȇtrés” 2011 και 2012 και “Offrandes Seculaires”, 2015 και 2017), ενώ στην ίδια περίοδο θα συναντήσουμε και το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο “Louis d’ EST” (από τις εκδόσεις Αιγιαλός το 2017).
Με τα «Εγκάρσια Ρήματα», που κυκλοφορούν φέτος από τις εκδόσεις «Άνω Τελεία», ο ποιητής Ευαγγελάτος επιχειρεί μια σταχυολόγηση στιγμών από ολόκληρο το ποιητικό του έργο. Μια τέτοια αναδρομική προσέγγιση, και μάλιστα η επιλογή ψηφίδων από το μωσαϊκό σχεδόν μισού αιώνα, μοιάζει με καλειδοσκόπιο – ανακινείς τα υπάρχοντα υλικά, και μια καινούρια εικόνα γεννιέται. Μια εικόνα πλασμένη με αφαίρεση και ταυτόχρονα μια καινούρια σύνθεση. Κάθε ποίημα που επιλέγεται έχει στη σκιά του και τα ποιήματα που δεν επιλέχτηκαν. Κάθε καινούρια «γειτνίαση» ποιημάτων στις σελίδες του βιβλίου γεννά καινούρια αισθήματα στον αναγνώστη. Κι από την άλλη, στιγμές από το παρελθόν συνυπάρχουν και οργανώνονται σε ένα τελείως διαφορετικό παρόν. Ο ποιητής εμφανίζεται ταυτόχρονα σε όλες τις στιγμές του που οικοδομούν μια καινούρια στιγμή, μέσα σε μια καινούρια πραγματικότητα, σε ένα καινούριο περιβάλλον. Κι ο αναγνώστης καλείται να «ξαναδιαβάσει» τον ποιητή στην άλλη αυτή στιγμή, στην άλλη αυτή εικόνα του καλειδοσκοπίου.
Ως «κλειδί» για την ανάγνωση αυτής της αναδρομής, στο τέλος της συλλογής ο Ευαγγελάτος ρίχνει μια (εξίσου ποιητική, αν και πεζογραφημένη) αχτίδα φωτός στο ποιητικό του έργο, με ένα αυτοαναφορικό, ποιητικό και ταυτόχρονα δοκιμιακό κείμενο, γραμμένο στο τώρα, εμπεριέχον δηλαδή όλη τη συσσωρευμένη εμπειρία της ενασχόλησης με τον λόγο αλλά και την τέχνη. Η μελέτη, τα πρότυπα, τα βιώματα, οι άνθρωποι με τους οποίους ο ποιητής συνυπήρξε, η ανοικτότητά του στα νέα ρεύματα αλλά και στο να πειραματιστεί ο ίδιος, η λογοτεχνική αλλά και η ηλικιακή ωρίμανση, η ίδια η τριβή με το πινέλο και την πένα, οικοδομούν και τον ποιητή και το έργο του, δεν μπορούμε και δεν χρειάζεται να τα ξεχωρίσουμε. Γιατί η τέχνη γεννιέται και γεννάει χωρίς αλγορίθμους, αλλά με μια φυσική και θαυμαστή διαδικασία, που περιέχει και τη νομοτέλεια αλλά και την έκπληξη, και τον κανόνα, αλλά και την εξαίρεση.
Παρόλο που πολλές φορές έχω μελετήσει και μιλήσει για το ποιητικό έργο του Ευαγγελάτου, αποφάσισα να μην ξανακοιτάξω εκείνα τα παλιά μου κείμενα, και να δω το βιβλίο αυτό ως ένα αυτόνομο «σύμπαν», ένα απόσταγμα ποιητικής αλλά και βιωματικής εμπειρίας. Να το δω τώρα, ως έχει, γι’ αυτό που είναι και με κάνει να νιώθω στο παρόν, στο έτος 2021, που η πραγματικότητα τρέχει με ιλιγγιώδη τρόπο και πέραν κάθε φαντασίας και κανονικότητας.
Θα ξεκινήσω από μια φράση, την τελευταία του βιβλίου, με την οποία ο ποιητής ολοκληρώνει το ιδιότυπο αυτοαναφορικό του δοκίμιο – ανατέμνοντας εγκάρσια τα ρήματά του.
Στην τελική, πλήρη κατάθεσή μου, υποστηρίζω, φίλοι μου: Μας προσκαλούν οι λέξεις και τα χρώματα, οι ιδέες και οι ήχοι, σε μια συμμετοχική αντίσταση, έστω και μάταιη, με τεράστια όμως ανεξόφλητη αξία. «Το μέλλον πάντα μας χρωστάει».
Αν το μέλλον μας χρωστάει, το αποτύπωμα του παρελθόντος είναι η επιταγή που κρατάμε στην τσέπη μας. Επιταγή εδώ χτισμένη με λέξεις – από τις πρώτες αιμάτινες λέξεις της νιότης, ως τις πρόσφατες λέξεις της ωριμότητας, μιας ωριμότητας που δεν σημαίνει στασιμότητα, αλλά δυναμική εξέλιξη μιας διαμορφωμένης ποιητικής ταυτότητας.
Ο Ευαγγελάτος των νεανικών χρόνων – μέσα στις στιγμές που αποτυπώνονται στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που περιλαμβάνει ποιήματα της περιόδου 1975-1984. Στα χρόνια αυτά έχουν εκδοθεί οι συλλογές «Κραυγάζω – Ψάχνω – Καρτερώ» (1975), «Στα ίχνη της αυγής» (1976), «Γραφήματα 1977» (1978), «Η τολμηρή επίλυση» (1977), «Το δωμάτιο» (1978), «Μυθογράφημα» (1983). Είναι η εκρηκτική περίοδος που ο εικαστικός, ποιητής και περφόρμερ σπουδάζει, ανησυχεί, αναζητεί το δικό του στίγμα, τη δική του ταυτότητα – ίσως είναι η πιο ενθουσιώδης περίοδος αλλά και η πιο αγωνιώδης. Μέσα του παλεύουν η αγωνία για δημιουργία, αλλά και για ζωή πέρα από την τέχνη, οι παραστάσεις από τις σπουδές και τα διαβάσματα, η διαρκής αναρώτηση : χωράει κι εκείνος στο πάνθεον των δικών του ηρώων; Μπορεί να γίνει μέρος αυτού που θαυμάζει; Αφήνει το μικρό νησί – χωρίς όμως ποτέ να απογαλακτιστεί απ’ αυτό, αλλά και χωρίς ποτέ να προσκολληθεί στην ασφάλεια του μικροκόσμου του. «Κραυγάζω, ψάχνω, καρτερώ»
Προσκαλούμε το γνωστό αύριο.
Το γνωστό παρελθόν
Είναι βάσεις αεροθέμελες.
Το τραγικό παρόν
Είναι προσωπίδα του βαράθρου.
«Κραυγάζω, Ψάχνω, Καρτερώ»
Είναι η τυπική εικόνα του νέου ανθρώπου που «με βιά μετράει τη γη» και τη ζωή του. Που λαχταρά το αύριο – το παρόν είναι η βαριά κι αβάσταχτη μετάβαση.
Αρχίζω την πορεία
Μέσα σε πόλεις με εξατμίσεις
Και ατσάλινα ένστικτα.
«Ξεκίνημα»
Η μεγάλη πόλη είναι το όνειρο του κάθε νησιώτη που θέλει να σπάσει τα σύνορα και τις συμβάσεις του τόπου του – που θέλει να ζήσει πέρα από αυτά τα όρια. Η ποίηση αυτής της πρώτης περιόδου είναι περισσότερο χτισμένη πάνω σε αυτή τη λαχτάρα της ζωής, των νέων εμπειριών, το σπάσιμο των αλυσίδων. Ωστόσο ο νέος με την ακόρεστη δίψα για ζωή και χάραξη της πορείας του πάντα διατηρεί ως φυλαχτό τις εικόνες και τα αισθήματα της πατρώας γης. Δεν τα αποτάσσεται, είναι οι αποσκευές του, αλλά είναι και τα όρια που πρέπει να ξεπεράσει. Είναι μοιραίο αυτός ο καταιγισμός εμπειριών να έχει ένταση, σωματικότητα, λαγνεία. Ο κόσμος του ποιητή είναι οι αισθήσεις του, το σώμα του, η γέφυρά του με τον μεγάλο γενναίο κόσμο:
Γυμνός βαδίζει στο πλατό
Αρχίζει πάλι ρυθμικά την αναρρίχησή του.
Προσκυνά στο τρυφερό στόμα.
Εισχωρεί ακάθεκτος στη σκοτεινή του πύλη.
Αιφνίδια αισθάνεται το χάσμα της αβύσσου.
Το πρόσωπο τον απειλεί σαν τη σκιά του Άδη.
Τινάζεται σαν άγαλμα που μόλις το ξεθάβουν.
«Το φιλμ»
Η δεύτερη περίοδος που ανθολογείται στα «Εγκάρσια Ρήματα» έρχεται μετά από μια δεκαετία (1984-1994) εκδοτικής σιωπής, αλλά δημιουργικής έξαρσης του καλλιτέχνη Ευαγγελάτου και ολοκληρώνεται το 2002, με την έκδοση της συγκεντρωτικής «Αλέας Προσομοίων». Είναι η περίοδος που η αγωνία για την καλλιτεχνική ταυτότητα έχει δώσει τη θέση της σε μια διαμορφωμένη καριέρα πολυεπίπεδη, καταξίωση στον κόσμο της τέχνης και αναγνώριση από την κριτική. Η αγωνία για την εξέλιξη δεν σταματάει, ούτε και η ανάγκη του να μελετά και να οραματίζεται το καινούριο. Η «τετραλογία της υγρασίας» εκδίδεται το 1993, το 1996 «Η οθόνη των ονομάτων» και το 1999 «Η Ροπή της Μνήμης». Και εδώ το διονυσιακό στοιχείο είναι παρόν, και η αύρα του νησιού παρούσα, όχι ως ανάμνηση αλλά ως βίωμα –συνθετικό στοιχείο της ταυτότητας. Ο ποιητής ωριμάζει, καθώς η μάχη εντός του μεταφέρεται σταδιακά στον μακρόκοσμο – το βλέμμα του γίνεται περισσότερο πανοραμικό, χωρίς να χάνει τη διεισδυτικότητά του.
Έναντι του Πολυτεχνείου
Σακάτηδες εκλιπαρούν βοήθεια
Προτείνουν τα κομμένα μέλη
Στα μάτια των αρτιμελών…
Πιο πέρα, μέσα στο Μουσείο
Λειψά αγάλματα ποζάρουν
Ιδέες σπασμένες μα αιώνιες
Δέχονται θαυμασμό και δόξα.
«Έναντι»
Ο κόσμος ο πραγματικός και ο κόσμος της τέχνης είναι στα μάτια του ποιητή αντιφατικά αλλά ταυτόχρονα συγγενικά στοιχεία που συνυπάρχουν αλληλένδετα. Κι ο ποιητής ακροβατεί ανάμεσα στα δυο τους, έχοντας πλέον επίγνωση της ταυτότητάς του, της αυθυπαρξίας του, αλλά και της άρρηκτης σύνδεσής του με τους χιλιάδες μικρούς κόσμους που συνθέτουν τον ένα, τα θραύσματα ενός μεγάλου καθρέφτη που παραμένει ενιαίος, αλλά πολυπρισματικός.
Το τελευταίο μέρος της συλλογής καλύπτει μια μεγάλη χρονική περίοδο (από την έκδοση της «Αλέας Προσομοίων» το 2002 μέχρι και σήμερα), σχεδόν δύο δεκαετίες ενός καινούριου αιώνα και μιας καινούριας χιλιετίας, που ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες, αλλά και με μεγάλες δυσκολίες, με ραγδαίες αλλαγές, τεχνολογική πρόοδο, αλλά ταυτόχρονα μια οπισθοδρόμηση στον τομέα των δικαιωμάτων, του περιβάλλοντος, ακόμα και των αντιλήψεων. Μέσα σ’ αυτή την εποχή, ίσως ο νεαρός Ευαγγελάτος θα βρισκόταν σε μεγαλύτερη απόγνωση, μα τώρα ξέρει πώς να βαδίσει στο τεντωμένο σκοινί του κόσμου. Γνωρίζει καλά πως ζούμε σ’ έναν Μεσαίωνα υψηλής τεχνολογίας, θλίβεται γι’ αυτό, αλλά δεν φοβάται να τον κοιτάξει κατάματα.
Φωλιάζει
μίσος σε πολλές καρδιές.
Στοιχειώνει τρόμος τα σοκάκια.
Η πείνα τρέφει φονικές πληγές.
Άνθρωποι σέρνονται σε αυλάκια.
Είναι η Ζωή που αδράχνει τη στιγμή.
Είναι η ανάγκη που ορίζει γλώσσα.
Είναι οι δρόμοι του εγωισμού κλειστοί
και του λαού η δύναμη σαν κλώσα.
Ανώνυμα της προσφυγιάς κορμιά
κατασκηνώνουν σε ναούς σοφίας
με άροτρα πατρίδας στην κηδεία
δίνουν στο μέλλον την αρχή.
Τα ποιήματα αυτής της περιόδου έχουν περισσότερες αιχμές – αντηχούν τη σκληρότητα που μοιάζει να κυριαρχεί στον κόσμο, ακούν προσεκτικά τον βηματισμό των προσφύγων στις μακρινές πορείες τους, ασφυκτιούν στον εγκλεισμό της πανδημίας, αγωνιούν για τη φθορά του χρόνου που εκτοπίζει τις ηδονές της άγριας νιότης, ταξιδεύουν στον χρόνο μέσα από στιγμές της ιστορίας και της τέχνης όχι για να αποδράσουν ή να λυτρωθούν, αλλά για να διαπιστώσουν την διαχρονική αντιφατικότητα του κόσμου. Το κάλλος του κόσμου και ο πόνος του κόσμου δεν παύουν ποτέ να απασχολούν τον Κώστα Ευαγγελάτο.
Είναι ίσως νομοτελειακό η ομορφιά της τέχνης και των λέξεων να γιατρεύει τον πόνο των ανθρώπων, και την ίδια στιγμή ο πόνος των ανθρώπων να θρέφει, εμπνέοντας τον ποιητή, την ομορφιά των λέξεων και των εικόνων.
Ηλίας Τουμασάτος
Παρουσίαση της συλλογής «Εγκάρσια ρήματα» Αργοστόλι, Villa Ροδόπη, 7 Αυγούστου 2021.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου