ΒΥΡΩΝ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ: ΤΑ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ...
Γράφει ο Βύρων Λυκιαρδόπουλος
Μοναδικέ μου αναγνώστη,
Τα σκληρά μεσημέρια του καλοκαιριού το φως γεννά την σκιά όπως η ζωή τον θάνατο. Υπάρχουν κοιμητήρια όπως το δικό μας, χωρίς ένα δέντρο, όπου ζωντανοί και νεκροί κολυμπούν στην απάνθρωπη διαφάνεια του φωτός. Η επιτύμβια αισθητική της ανακλώσας, σχεδόν αττικής, ανάλαφρης λευκότητας των μαρμάρων άθελά της προδίδει μίαν άλλην φιλοσοφία, μίαν άλλη πραγματικότητα Ύπαρξης. Στο Θιάκι, στο νεκροταφείο του Κιονιού, η εκτυφλωτική μαρμαρυγή της θάλασσας και ο γλυκός φλοίσβος από το κύμα που σκάει επίμονα στο τοιχίο υποβάλλουν μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα του Βίου. Σαν να μην είναι ίδια η δικιά μας, η ζωή των Νοτίων, με την ζωή που θνήσκει κι ενταφιάζεται στα μνήματα των Γοτθικών νεκροπόλεων από γρανίτη. Εκεί η γκρίζα, βαριά, τραχιά πέτρα υπάρχει όχι για να αντανακλά το φώς, αλλά για να πολλαπλασιάζει το σκοτάδι.
Κατά μία έννοια η εμπειρία του μεσογειακού φωτός υποβάλλει μια αίσθηση συνύπαρξης πάνω και κάτω κόσμου. Μιας άχρονης συγχρονίας που ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς από την μνήμη και τον κόσμο των ζωντανών. Οι νεκροί εδώ από πάντοτε απήυθυναν τα ´´μνείας χάριν, χαῖρε (παροδῖτα), εὐψύχεi´´ στους εκάστοτε περαστικούς. Μικροκουβέντες δηλαδή. Για να πάρουν απάντηση κατά περίσταση από χήρες και μανάδες μπροστά στην αναπόφευκτη φωτογραφία ή το ενθύμιο παιδικό παιχνίδι. Κάποτε, πολύ πιο σπάνια, ακούγεται να διαλέγεται με τους κάτω το ιερό παραλήρημα ανθρώπων που ζούν στο ανάμεσα των δυο κόσμων που εμείς οι υπόλοιποι δεν θα κατανοήσουμε ποτέ.
Οι πτυχωμένοι κατακόρυφοι όγκοι που φυλάνε την θάλασσα του τόπου μου έχουν το όνομα του γερο-Χατζόκλη, του ερημίτη που πετάει τα βράχια στην ακτή που βρέχει τον μαλακό πηλό τους. Εδώ και πεντακόσια, χίλια χρόνια; Το σπίτι του Λέντζερη που δεν το χάλασε ο σεισμός, ζητά να ακούσει το τετράστιχο για να περάσεις: ´´Tι να σου κάνω Λεντζερη που ρθες χωρίς κουμπούρι κι έτσι σε κοπανήσανε μια νύχτα στο Ληξούρι´´. Τα περίκλειστα αρχοντικά χαλάσματα των Μπονίκων σε καλούν να αναλογιστείς το αν άξιζαν οι περίτεχνες καμάρες τους μια ζωή στην θάλασσα και δυο αδέλφια πνιγμένα στον κρύο Ατλαντικό. Σαν χθές στο παγκάκι της πλατείας ο Παπα-Διονύσης πλήρωνε την πιτσιρικαρία με μια μικρή σοκολάτα για να του διαβάσει την ώρα από το ρολόι τσέπης με την αλυσίδα. Πιο πέρα η παράγκα του Κουκουλίκη υποβάλλει την παράδοξη σκέψη: ποιος θάβει τον νεκροθάφτη;
Κάτι τέτοιο δεν έκανε κι ο Βαγγελάκης ο Πανάς όταν επιχείρησε να πάρει όλα τα σπίτια του προσεισμικού χωριού πόρτα πόρτα σε εκείνη την Πασχαλινή του σημείωση; Να είχε διαβάσει τον Σαλβατόρε Σάττα άραγε;
Καθαρές κουβέντες. Κάθε γωνιά του τόπου μιλά με τα περασμένα. Όλος ο τόπος είναι μια σπουδή θανάτου. Και άρα μια σπουδή ζωής. Κάθε πέτρα κουβαλά τον μακρινό απόηχο και την μνήμη ανθρώπων. Κατα τον τρόπο παλιών προφορικών πολιτισμών, έργων ανθρώπων της υπαίθρου: Όταν πρόγονοι και στοιχειά λατρεύονταν και μνημονέυονταν ωσεί παρόντες στην περιδίνηση παράξενων κυκλικών χρόνων. Γύρω από φωτιές, με κυκλικούς εκστατικούς χορούς ή γύρω από την τάβλα της γιορτής.
Όμορφες κόρες, ωραίοι έφηβοι, στρατιώτες ή βασιλείς, μορμολύκεια, τρελοί, γλεντζέδες και μισάνθρωποι, όλοι σε μια χορεία, σε μια αλλόκοτη λιτανεία μαζί με τους ζωντανούς.
Η ζωή είναι το σύντομο ανάμεσα σε δύο άπειρα που όμως αφήνει πίσω της το επίμονο ίχνος της ευαισθησίας. Μια αστραπή είναι αλλά η εξιστόρησή της δεν βγαίνει, δεν μπορεί να βγαίνει, με μίαν ανάσα. Θέλει χρόνο, κόπο, ρυθμό, αισθαντικότητα, σαν μικρό έπος. Το άπαν που υπήρξε και χάθηκε -είτε βαδίζει στα μονοπάτια της αιώνιας επιστροφής είτε στο γραμμικό μονοπάτι προς την ημέρα της κρίσης, προς τα τέρματα του χρόνου- ζητά την συντροφιά των πρόσκαιρα ζωντανών.
Οι ζωντανοί: τι παράξενοι χάροντες που περνούν τις ψυχές στις απέναντι όχθες όχι της αιωνιότητα αλλά μίας στιγμιαίας ζεστής ανάμνησης, με αντίτιμο τον οβολό της δικής τους μελλοντικής ανάκλησης στην μνήμη αυτών που ακολουθούν!
Τελείωσα την τραχιά, κρυστάλλινη πρόζα της ´´ημέρας της κρίσης´´ του Σαλβατόρε Σάττα σε μιαν αίθουσα αναμονής στην Φρανκφούρτη. Καθ’ οδόν για ένα τελευταίο αντίο που δεν χωρούσε αναβολή ή παραίτηση.
Φαίνεται ότι τα νησιά της Μεσογείου, η Σαρδηνία και η Κεφαλονιά, το Νουόρο και τα Σπαρτιά, μοιάζουν στην χαρμολύπη της ζωής που αναδέχεται και νοηματοδοτείται από την οικεία βεβαιότητα του θανάτου. Αυτή μεγάλη λογοτεχνία έχει κάτι από την εικονοποιητική μαστοριά των ιερών τεράτων του Ιταλικού Σινεμά. Και κάτι το αψύ από την μεγαλοφυία των Λατίνων. Όπως άλλωστε κληρονόμησε τις αρετές του και το ´´εάν αυτό είναι άνθρωπος´´ του Πρίμο Λέβι απο τους Λατίνους και τον Δάντη. Τα νέα Ιταλικά γράμματα στα καλύτερά τους.
Δεν θα μπορούσα να το περιγράψω καλύτερα από τον συγγραφέα την λειτουργία της μνήμης αυτών που έφυγαν:
Αν δεν υπήρξαν αυτοί, δεν υπήρξε κανένας από εμάς.

Το φως που τοσο ποιητικα περιγραφεται παραπανω ειναι αγγελικο και μαυρο κι εγω για κάποιο λογο δεν μπορω κι ουτε θελω να ενστερνιστω αυτην πεσιμιστικη εκδοχη...Μου θυμιζει την αιώνια διαπαλη μεταξυ λογικής και ευαισθησιας.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑς σκεφτούμε για παραδειγμα δυο ποιητικες ιδιοφυιες, που εξ ορισμου βρίσκονται σε αιώνια διαλεκτικη αντιπαράθεση κ συγκρουση: Τον Σεφερη και τον Ριτσο.
"Το φως της Ελλαδας ειναι πολυ πιο εντονο στην Ρωμιοσυνη του Ριτσου αν και ενιοτε παρουσιάζεται να "λιγνευει". Αντιθετα η Κιχλη του Σεφερη αναδεικνυει τη δισυποστατη φυση του φωτος: αγγελικο και μαυρο. Η βασική διαφορα των ποιηματων ειναι ως προς τη φυση της αδικιας ή μαλλον ως προς το θύμα της: Ο Σεφερης μιλα για την αδικια σε βαρος του μεγαλου αθωου, του Σωκράτη, και εκφραζει τη δυσφορια του υποκειμενου-ατομου και τη μοναξια του ενός. Ο Ριτσος αντίθετα εκφράζει την αδικια σε βάρος μιας συλλογικής οντότητας.
Το προσωπο που ενσαρκωνει τη συλλογικοτητα στον Σεφερη ειναι ο μυθικος Ελπηνορας, ο συντροφος του Οδυσσέα που τσακιστηκε πεφτοντας απο τη σκαλα της Κιρκης μεθυσμένος, ο "μέσος ανθρωπος". Η σχεση του Σεφερη με αυτον δεν ειναι εντελως ξεκαθαρη. Στην ιδια την Κιχλη ειναι μάλλον συμπαθης, ενας "βασανισμενος οραματιστης". Στο εξηγητικο ομως δοκιμιο προς τον Κατσιμπαλη ο Σεφερης παρουσιαζει αισθηματα κυμαινομενα εως την πληρη απορριψη:"Ωστοσο ας μην ξεχναμε πως οι ακακοι αυτοι ανθρωποι, επειδή ακριβώς είναι ευκολοι, ειναι συχνά οι καλύτεροι φορείς του κακου, που εχει αλλού την πηγή του".
Η φράση αυτη όμως που σχεδόν αποδιδει την πολιτική ταυτότητα (αριστερη) στον Ελπηνορα, μάλλον μοιαζει να ανταποκρινεται περισσότερο στο κλίμα του 1949-οποτε γράφεται το δοκίμιο-και όχι του 1946: Ο Ελπηνορας το '46 δεν είναι ακομα τοσο επικίνδυνος, ειναι απλως "μαλακός"...
Το αντίθετο βέβαια συμβαίνει στη Ρωμιοσυνη του Ριτσου: εκεί δεν υπάρχουν" μεσοι άνθρωποι" αλλα ένα αγαθο αγωνιστικο ολον.
Ωστοσο και τα δύο ποιηματα τελειωνουν με εναν λογο για την Αγάπη:
"Οποιος ποτε του δεν αγάπησε θ' αγαπησει στο φως"λεει ο Σεφερης.
Ο Ριτσος ομως μοιαζει να το σκεφτεται: "όταν λιωσουν τα ρουχα των πεθαμενων", μονο τοτε:
"Μπορεί να βρούμε τ' όνομα τους και μπορεί να το φωνάξουμε: Αγαπαω.
Τοτε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά".
Το απλετο φως του Ριτσου, φως της αλληλεγγύης των διωκομενων, δεν μπορεί να καταλήξει τόσο γενναιοδωρα στην αγαπη' αντιθετα το δισυποστατο φως του Σεφερη βρίσκει τροπο και εκβαλλει σε μια τέτοια πρόταση. Η Ρωμιοσυνη του Ριτσου μοιαζει με πικρή απάντηση στην Κιχλη του Σεφερη. "
Με λιγα λογια ειναι κριμα να βυθιζομαστε στην οραματικη ενατενιση του εγω μας αποκλειστικά και να μην βλεπουμε την προοπτικη. Και προοπτικη είναι ο διπλανος μας.
Λεω δηλαδή οτι η φιλοσοφια δεν είναι μια απλή μελετη θανατου, οπως διατυπωνε ο Πλατωνας και μια σπουδη του τελεσιδικου, οριστικου και αμετακλητου αυτου γεγονοτος. Την αποψη αυτην την υπερβαινουν οι διαλεκτικοι νομοι κ αντινομιες της ιδιας της Φυσης, που σταδιακα η εξελιξη της ανθρωπινης νοησης μπόρεσε να συλλαβει: Ο άνθρωπος είναι ον φύσει κοινωνικό και πολιτικό. Αυτός που μπορεί να ζήσει μακριά απ’ τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι είτε θηρίο είτε θεός".
Ο Αριστοτέλης λοιπον επανατοποθετησε την φιλοσοφια εκει που ανήκει: στην υλη, στην μορφη, στην ζωη, στον Ανθρωπο και την διαμορφωση κ εξελιξη του με βαση την ποιοτητα των κοινωνικών του σχεσεων.
Αναποδογυριζοντας τα προγενεστερα φιλοσοφικα συστηματα απαντησε διαλεκτικα στον Πλατωνα: Σημασια δεν εχει πώς θα πεθανεις, ουτε ποτε, ουτε τι θα απογινει η φθαρτη υλη απο την οποια αποτελουμαστε, ουτε αν η ψυχη υπαρχει κι αν υπάρχει αν θα ανυψωθει, αλλα αντιθετα τελικο ζητουμενο ειναι πώς θα ζησει κανεις και μαλιστα πώς θα ζησει σε αυτην την ζωη χωρις να πεθανει μονος....